Μία ανατομία της αμαρτίας

1 Στον πρωτοψάλτη· ψαλμός του Δαβίδ, δούλου του Κυρίου.
2 Η παρανομία του ασεβή βαθιά είναι στην καρδιά του·
φόβος Θεού σ’ εκείνον δεν υπάρχει.
3 Και τόσο αυτοθαυμάζεται ώστε το κρίμα του δε βλέπει
για να το αποστραφεί.
4 Τα λόγια του στο στόμα του είν’ ανομία και δόλος·
έπαψε να ’χει επίγνωση και το καλό να κάνει.
5 Όταν πλαγιάζει, την ανομία σκέφτεται·
ακολουθεί ένα δρόμο που δεν είν’ ο σωστός,
και το κακό δεν το απορρίπτει.
Ψαλμός 36:1-5

Φόβος Θεού (εδ.2) δεν σημαίνει απλά πίστη σε Αυτόν. Σημαίνει να είμαστε τόσο γεμάτοι, από μία ανεκδιήγητη χαρά δέους, ενώπιον της μεγαλοπρέπειας Του Θεού, ώστε να τρέμουμε από το προνόμιο του να γνωρίζουμε, να υπηρετούμε και να ευαρεστούμε Εκείνον. Η αμαρτία ανασηκώνει τους ώμους αδιάφορη μπροστά Στον Θεό. Η ουσία της βρίσκεται όχι στην έλλειψη πίστης για το ότι υπάρχει, αλλά για το ότι έχει σημασία. Αυτή η στάση είναι θανατηφόρα. Ο φόβος Του Θεού και η κατανόηση του εαυτού αυξάνονται ή μειώνονται μαζί. Αδιαφορία απέναντι Στον Θεό αποτελεί μία μορφή αυτοθαυμασμού (εδ.3) και αυταπάτης (εδ.3). Το να νιώθεις πως δεν έχεις ανάγκη Τον Θεό είναι να βρίσκεσαι εκτός πραγματικότητας—αυτού του είδους οι άνθρωποι έχουν «πάψει να έχουν επίγνωση» (εδ.4). Ξεκινά ως μία απλή αυτοπεποίθηση αλλά μπορεί να μεγαλώσει σε ατιμία και σκληρότητα (εδ.5). Η αμαρτία είναι πνευματικός καρκίνος. [Timothy Keller. “The Songs of Jesus”]

Σύμφωνα με τα λόγια του ψαλμωδού, είναι τόσο δύσκολο να αναγνωρίσουμε την αμαρτία μας, κρύβεται τόσο καλά—ούτε όταν πλαγιάζουμε να κοιμηθούμε (εδ.5) και θεωρητικά όλες οι άμυνες μας αρχίζουν να πέφτουν, εκεί όπου αναλογιζόμαστε τη μέρα, όσα κάναμε και είπαμε, ούτε υπάρχει λόγος να υποκριθούμε στο σκοτάδι μόνοι μας—όπου υπάρχει ο κίνδυνος να βρισκόμαστε τόσο μακριά από το σωστό και το καλό κι όμως να μην το καταλαβαίνουμε. Πώς γίνεται κάποιος να φθάσει σε ένα τέτοιο σημείο; Στο εδ.3 μας περιγράφει ένα βασικό ανθρώπινο μηχανισμό λειτουργίας: αυτοθαυμασμός. Θαυμάζουμε τον εαυτό μας, τις σκέψεις μας, τις τάσεις και τις επιθυμίες μας· όσα ήδη θεωρούμε και σκεφτόμαστε, ό,τι αντιλαμβανόμαστε για τον εαυτό μας και τη ζωή, λειτουργούν ως ένας κανόνας για τη ζωή. Έχουμε δημιουργήσει μία δική μας ηθική και θαυμάζουμε για το πόσο καλά τα πάμε. Έτσι, ασφαλώς, ακόμη κι όταν πλαγιάζουμε δεν καταλαβαίνουμε το διαποτισμό των σκέψεων από το κακό. Το κακό είναι είναι ότι εμείς δεν είμαστε.
Ένας τρόπος να ελέγξουμε που βρισκόμαστε είναι να αναρωτηθούμε: η ηθική που υπερασπίζομαι είναι μία ηθική που διαρκώς με επιβεβαιώνει ή που με ενοχλεί; Με άλλα λόγια, είναι κάτι που σχηματίστηκε για να δικαιολογήσει τις σκέψεις μου, τους πόθους μου και τις αγαπημένες μου συνήθειες ή κάτι που συνάντησα και με ξάφνιασε και με γέμισε φόβο σχετικά με το πως ζούσα ως εκείνη την στιγμή τη ζωή μου; Ο Λόγος Του Θεού με ελέγχει ή με επιβεβαιώνει; Βρίσκω τον εαυτό μου πάντα σωστό, να κάνω τις σωστές σκέψεις; Οδηγούμαι στον αυτοθαυμασμό ή στον θαυμασμό Του Θεού; [ΑΠ]

Κύριε, ομολογώ την ανοησία της σκέψης μου για τη ζωή. Ακόμη και όταν είμαι σε θέση να ξεπερνώ έκδηλες σκέψεις μνησικακίας, φόβου και ασυδοσίας, η σκέψη μου εξακολουθεί να μην στερεώνεται στα πιο άξια και όμορφα πράγματα, και σε Εσένα. Γέμισε μου τα μάτια μου με δόξα, Κύριε, και έλκυσε την καρδιά μου σε Εσένα. Αμήν. [Timothy Keller. “The Songs of Jesus”]